Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2006

Δεν ξέρω γιατί έκανα αυτό το post..

Μες στο σκοτάδι χαράζω τη μορφή σου
μα σίγουρα κάτι όμορφο μέλλει να βγει.
Ξέρεις το σκοτάδι ποτέ δεν έκρυβε την ομορφιά
το φως είναι που πάντα αναδεικνύει την ασχήμια.
Γι' αυτό κρατώντας σφιχτά το χέρι μου
τυλίξου το μαύρο πέπλο
ποτέ αυτή να μη φανεί.
Φυσώντας γλυκά μέσα μου πνοή
δυνάμωσε την απόρθητη φλόγα
και εγώ
-στο υπόσχομαι-
θα είμαι
μια ανάλαφρη σταγόνα δροσιάς
στα μισάνοικτά σου χείλη.
Τίποτα περισσότερο,τίποτα λιγότερο.
Μην με ρωτάς γιατί.
Έτσι πρέπει.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2006

Fluctua Nec Mergitur

Και ήμουν πάλι εκεί. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι σαν νεκρός. Αποχαυνωμένος από την υπέρμετρη λογική και τον αλόγιστο έρωτα. Οι αισθήσεις μου δεν με εγκαταλείπουν ˙ είμαι ακόμα ζωντανός χωρίς όμως να θέλω.

Το μικρό δωμάτιο μυρίζει μούχλα, τσιγάρα και αλκοόλ. Η διαπεραστική μυρωδιά του θανάτου. Κοιτώ έξω από το παράθυρο. Φώτα, αμάξια και βουή. Ο οργασμός της νύχτας κορυφώνεται. Στο φόντο ο έναστρος ουρανός στέκει ατάραχος και παγωμένος. Τίποτα δεν τολμά να αψηφήσει το απόλυτο μπλε. Όλοι είμαστε σκλάβοι του ουρανού. Άνθρωποι και αστέρια.

Προσπαθώ να κοιμηθώ μα μάταια. Οι τύψεις δεν βαραίνουν τα βλέφαρα παρά μόνο τη συνείδησή. Έχασα άλλη μια ευκαιρία επαναλαμβάνω ξανά και ξανά στον εαυτό μου. Τραβάω τα μαλλιά μου βάναυσα. Χαράζω το πρόσωπό μου με περισσή σκληρότητα. Χτυπώ το κεφάλι μου στο τοίχο μα κανείς πόνος δεν είναι αρκετός. Έχασα άλλη μια ευκαιρία.

Με ότι δυνάμεις έχουν απομείνει σηκώνομαι. Πέφτω στο πάτωμα και παφλάζοντας σπιλώνω τη νεκρική σιγή της νύχτας. Άλλο ένα βάρος στη συνείδηση μου. Σέρνοντας στα τέσσερα, αγγίζω τον καθρέφτη. Ορθώνομαι θρασύτατα απέναντι του και με κοιτώ. Είμαι σάπιος. Δειλός.

Πέφτω στα γόνατα και ξανά στο κρεβάτι. Τα σεντόνια πλέκουν ένα ταραχώδες τοπίο. Κορυφές και κοιλάδες, σπηλιές και πεδιάδες, ύψη και απύθμενα βάθη. Όλη η φύση πηγάζει από μια θεμελιώδη αντίθεση.

Συνέρχομαι από το νεφελώδες παραλήρημα και κοιτώ ψηλά στο ταβάνι από τα βάραθρα της συνείδησής μου. Είμαι ο τελευταίος από όλα τα όντα. Δεσμώτης του έρωτα.

Αρπάζω τα σεντόνια και τα τυλίγω σφιχτά γύρω από το λαιμό μου με όση δύναμη μου απομένει. Σφίγγω, σφίγγω, ξεφυσάω, ιδρώνω, αγκομαχώ. Τα άκρα μουδιάζουν, το κεφάλι φουσκώνει .Θάνατος γλιστράει σε κάθε γωνιά του σώματος σαν αλκοόλ. Νιώθεις να γαργαλάει κάθε μόριό σου. Θάνατος απολαυστικός, αγνός, άπλετος. Ξανασφίγγω.

Άραγε τί θα κάνει τώρα εκείνη; Τί θα σκέφτεται; Εμένα; Μπα όχι. Αμφιβάλλω. Έχασα την ευκαιρία. Οριστικά.

Μέσα στη νιρβάνα μου ξεπροβάλλει ξανά. Κάθεται όπως και νωρίτερα στο ίδιο μέρος. Ίδιοι άνθρωποι, ίδιες καρδιές. Ψηλή σαν εμένα - μου άρεσαν πάντα οι ψηλές – με μελαχρινά μαλλιά. Το μαύρο που με σκλαβώνει. Άσπρη επιδερμίδα ελαφρά ηλιοκαμμένη. Η αντανάκλαση της ψυχής της. Φορά ένα λεπτοκομμένο σορτς και μπλούζα του αγαπημένου μου συγκροτήματος. Μουσική και έρωτας πάνε μαζί. Αγαλλιάζω..

Την κοιτώ νωχελικά στα μάτια θέλοντας να της μεταφέρω το πάθος, την επιθυμία μου. Την ψυχή μου αν χρειαστεί. Οι κόρες των ματιών μου διαστέλλονται. Και οι δικές της νομίζω. Την κοιτώ ξανά με τον ίδιο πόθο, την ίδια λαγνεία. Διακρίνω μέσα στα καστανά μάτια της τα πάντα. Βλέπω εκείνη, βλέπω την πλάση όλη, το παρόν, το μέλλον. Βλέπω εμένα.

Κάθεται σταυροπόδι. Μέσα από το μικροκαμωμένο σορτς ξεγλιστρούν τα αψεγάδιαστα πόδια της. Ατελείωτες εκτάσεις νεανικής, σφριγηλής σάρκας που περιμένουν εμένα. Και το στήθος της.. Πέρα από κάθε νου. Κομψό, στητό σκεπάζει μια καρδιά που πάλλεται μανιωδώς.

Η δικιά μου καρδιά φορτισμένη από την υπερένταση και την υπερβολική επιθυμία έτοιμη να με προδώσει.

“Αχ καταραμένε Θεέ βρήκα αυτό που επιθυμούσα! Τώρα φύγε!”

Ήδη οι ορμόνες πλημμυρίζουν το σώμα. Κοιτώ πάλι στα μάτια. Ακολουθεί πιστά το παιχνίδι. Ενώ κοιτιόμαστε τα πνεύματά μας συναντιούνται. Το ξέρω και το ξέρει. Το νιώθουμε. Την φιλώ αργά μα παθιασμένα απολαμβάνοντας τα δροσερά της χείλη. Χαϊδεύω την μέση της, το στήθος της, το τέλειο πρόσωπό της..

Όχι, όχι.. Είναι ακόμη αντίκρυ μου..

Ατενίζουμε ο ένας τον άλλο. Μα η φαντασία και των δυο οργιάζει. Το πάθος μας υπερτερεί της λογικής, της ροής του χρόνου. Με φιλά με αυτή τη νεανική αγνότητα που όλοι κάποτε νοσταλγούμε να ξαναζήσουμε. Τα δάχτυλα της γλιστρούν πάνω μου χαρίζοντας μου ασύγκριτες αισθήσεις που με στιγματίζουν βαθιά. Γυμνοί τώρα πια η ένωσή μας γίνεται πράξη. Απαλλαγμένοι από κάθε καθωσπρεπισμό και ανθρώπινη καλαισθησία γινόμαστε ένα. Σφιγμένοι ο ένας με τον άλλο, με τις καυτές ανάσες να μαστιγώνουν τα πρόσωπά μας, έτσι όπως είμαστε απλοί και ταπεινοί, ένα συνοθύλευμα νεανικής σάρκας και πνεύματος, προσεγγίζουμε το ανεκπλήρωτο, το υπερφυσικό, το απόλυτο. Ολοκληρώνοντας είμαστε μια ουσία, ένα πνεύμα. Όλη η γνώση του κόσμου σε δυο κορμιά. Άτρωτοι.

Μέσα από τα μάτια μου μοιράζεται τις σκέψεις, τις φαντασιώσεις, τα όνειρά μου. Δεν έχουμε φιλοδοξίες. Μόνο όνειρα.

Αλλάζει πόδι, γυρνάει απ’ την άλλη πλευρά για να την δω καλύτερα.

Μα δεν χρειάζεται κοπέλα μου.. Έχω δει τη ψυχή σου..

Ταυτόχρονα τινάζει το τσιγάρο της με στυλ σαν να μου λέει να προσπαθήσω πιο πολύ, να τολμήσω, να πονέσω.

“Μα είμαι έτοιμος μωρό μου! Σε περιμένω! Είμαι έτοιμος!” ,άκουσα τη φωνή μου να αντηχεί στο υπερπέραν.

“Είμαι έτοιμος! Έλα!”

Καμία αντίδραση. Το παιχνίδι συνεχίζεται. Καρδιές που σπάνε, ανεξέλεγκτες ορμές και μυρμήγκιασμα σε όλο το σώμα.

Ανατριχιάζω ξανά. Αδυνατώ να την κοιτάξω στα μάτια. Μακάρι να πέθαινα τώρα. Μαζί της.

Για λίγα δευτερόλεπτα ανασαίνω.

Κάποιος μου ζητάει αναπτήρα. Σκύβω, ψάχνω γρήγορα στις τσέπες μου να του τον δώσω να φύγει ο μαλάκας!

“Μάθε να είσαι διακριτικός φίλε!”

Τον μισούσα. Ανάβει το τσιγάρο του και ξεφυσάει την πρώτη τζούρα πάνω μου. Βρώμαγε προδοσία. “ Ευχαριστώ ” λέει, μου τον επιστρέφει και εξαφανίζεται με τον ίδιο ηλίθιο τρόπο που είχε εμφανιστεί.

Αχ.... Πίσω στην κοπέλα μου. Βάζω τον αναπτήρα στη τσέπη μου και χαμογελώ για αυτό που με περιμένει. Με αλαζονικό ύφος γυρνάω το κεφάλι προς το μέρος της..

Μα όχι..! Δεν είναι δυνατόν! Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό! Οι ιστορίες δεν τελειώνουν έτσι!

Σαστίζω. Η κοπέλα μου, τα μάτια αυτά χάθηκαν.

………….

Ψάχνω γύρω μου. Δεν την εντοπίζω. Ψάχνω ξανά. Ρωτάω περαστικούς, γνωστούς, άγνωστους. Τίποτα. Τριγύρω οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες καρδιές. Ο αθηναϊκός αέρας είχε παρασύρει τη μορφή της.

Όπως φάνηκε η αυλαία έπεσε με άδοξο τρόπο. Η κοπέλα μου δεν ήταν εκεί. Δεν ξέρω αν έφυγε, αν δίστασε ή αν θαμπώθηκε από το μεγαλείο ενός ατελέσφορου έρωτα. Εξάλλου λίγη σημασία είχε. Δεν ήταν εκεί.

Έχοντας χάσει τη γη κάτω από τα πόδια μου, περιφέρομαι σαν μεθυσμένος στους έρημους δρόμους της πόλης. Κανείς για μένα. Το απόλυτο κενό.

Και να που είμαι εδώ στο κρεβάτι μου ξανά προσπαθώντας μάταια να εκδικηθώ για τη ζωή που μου στέρησαν αφαιρώντας μια άλλη ζωή ˙ τη δική μου. Όμως ούτε γι’ αυτό είμαι ικανός.

“ Αγάπη μου θα προσπαθήσω! Είμαι έτοιμος! ”

Αλλόκοτες κραυγές σχίζουν το κεφάλι μου. Οι τύψεις όλο και πολλαπλασιάζονται. Ασήκωτο φορτίο για έναν θνητό.

“ Είμαστε άτρωτοι! ” , ακούγεται για άλλη μια φορά ελπίζοντας να ‘ναι η τελευταία. Αίφνης δακρύζω. Κλαίω. Δεν πρόκειται να αντέξω. Καπνίζω τσιγάρα το ένα μετά το άλλο, πίνω άπληστα αλκοόλ και καλοπιάνω με κάθε τρόπο τον θάνατο. Μέσα από ένα σύννεφο καπνού στέκομαι κοκαλωμένος στο παράθυρο ατενίζοντας τη νυχτερινή μουντίλα. Ένα αστέρι πρόκειται να πέσει. Το διαισθάνομαι.

“ Είμαι έτοιμος μωρό μου! ”

“ Σε περιμένω! Έλα!

Τρέχω στη κουζίνα και ανοίγω βιαστικά όλα τα ντουλάπια. Ρίχνω αστραπιαίες ματιές στο περιεχόμενό τους και τα αδειάζω στο πάτωμα. Πρέπει να βρω οτιδήποτε αιχμηρό. Εάν μείνω ζωντανός σήμερα θα ζήσω για πάντα˙ ή τουλάχιστον μέχρι αύριο.

Τα βρήκα. Οι γυαλιστερές λεπίδες σε γοητεύουν. Σε προκαλούν.

Μα όχι σήμερα.

Τα βάζω όλα σε μια σακούλα και τα πετάω στον απέναντι κήπο. Σκουπίζοντας στοργικά τα τελευταία δάκρυα μου, όπως θα ‘κανε μια μάνα στο παιδάκι της , αφήνω το αθηναϊκό αεράκι να με δροσίσει. Να ξεπλύνει τις τύψεις.

Αναστενάζοντας, σταμάτησα να χαζεύω στον απέναντι κήπο, πήγα στο γραφείο, κάθισα, πήρα ένα στυλό και άρχισα να γράφω.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006

Η αβάσταχτη ελαφρότητα της τελευταίας τζούρας

Ο οδηγός φρέναρε απότομα, έβαλε νεκρά και του έδειξε με το δάκτυλο την πόρτα. Έπρεπε να κατεβεί για κάποιο λόγο.

Νέα Υόρκη.. Μεσημέρι και οι περισσότεροι επιστρέφουν σπίτια τους μετά τη δουλειά ανέκφραστοι, άχρωμοι, άπραγοι. Ο χειμώνας πλησιάζει και ήδη η διάρκεια της νύχτας έχει παραταθεί.

Στο δρόμο ένας νεαρός, ντυμένος με παλιομοδίτικα, τριμμένα ρούχα, και λαδωμένη χωρίστρα ξεχωρίζει. Δεν είναι τα ρούχα του, ούτε τα μαλλιά του˙ η πόλη είναι γεμάτη από τύπους σαν αυτόν. Είναι η βρωμερή του ανάσα, τα κίτρινα δόντια. Τα καφέ δάχτυλα. Η αποπνικτική αύρα που αφήνει στο διάβα του. Είναι καπνιστής.

Ξεφυσώντας τον καπνό αργά από το στόμα διασχίζει τη διάβαση πεζών κρατώντας το κασκόλ του για να μην το πάρει ο αέρας. Οι οδηγοί αφηνιασμένοι κορνάρουν με μανία που μόνο τα γονίδια ενός σαδιστή θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν. Οι περαστικοί ρίχνουν βλέμματα αποστροφής˙ η συμπάθεια ανήκει πια στο παρελθόν. Μια νεαρή μητέρα κρατώντας σφιχτά το αγοράκι της από το χέρι τον σημαδεύει με το δείκτη του χεριού τεντωμένο.

Η γόπα έχει μείνει μόνο και εκείνος την αφήνει στα σκουπίδια χαρίζοντας της ένα εγκάρδιο βλέμμα. Την κοιτά για λίγο και έπειτα φεύγει για να βρει ταξί. Το κρύο σαν να δυναμώνει και τέτοια ώρα δεν αντέχεις έξω για πολύ. Αν είχε μείνει στο λεωφορείο τώρα θα ήταν στο ζεστό του σπίτι. Η θέρμανση δεν λειτουργούσε μα αυτό δεν είχε καμία σημασία. Ήταν πολύ πιο φιλόξενο από τους δρόμους.

Απλώνει το χέρι και ένα ταξί σταματά.

- 3 λεωφόρο και Mathews….

Δεν πρόλαβε να ξεστομίσει ολόκληρη τη διεύθυνση. Ο γέρος ταξιτζής ανέβασε το τζάμι, σανίδωσε το γκάζι και σπινιάροντας ξεκίνησε για άλλον πελάτη.

Εκείνος όμως εγκρατής. Στα αρχίδια του. Βγάζει το πακέτο και τραβάει το επόμενο τσιγάρο. Ανάβει τον αναπτήρα, τον πλησιάζει στο στόμα του και ρουφάει. Απίστευτο τι καταφέρνει κανείς με ένα τσιγάρο και λίγη φαντασία.

Το αποφάσισε˙ θα πάει με τα πόδια. Το πακέτο ήταν γεμάτο άλλωστε.

Κόβει δρόμο μέσα απ’ τα στενά. Όσα χρόνια και αν περάσουν, όσα τσιγάρα και αν καπνίσεις, είναι κάτι που ποτέ δεν αλλάζει. Τα στενά. Σπίτι κάθε κατατρεγμένου, κάθε άστεγου, κάθε λαμόγιου, πρεζονιού και κλέφτη. Καλοί και κακοί˙ αυτοί ζούνε εκεί. Τώρα και οι καπνιστές.

………….

Στο βάθος της τελευταίας στοάς βλέπει κάποιες σκιές να αντιστέκονται στο φως. Είναι πάλι ΕΚΕΙΝΟΙ. Προχωράει χωρίς να δειλιάσει και αναζητά από κάπου δύναμη. Τη χρειάζεται.

Ανάβει ένα τσιγάρο.

Οι σκιές μεγαλώνουν όσο σιμώνει πιο κοντά.

Ναι είναι ΕΚΕΙΝΟΙ.

Όπως πάντα. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό συναντάς κάποιον από αυτούς είτε είναι ταξιτζής, οδηγός λεωφορείου , μητέρα, μπάτσος ή ένας απλός σερβιτόρος. Οποιονδήποτε. Αρκεί να μην είναι καπνιστής.

Ένας από ΕΚΕΙΝΟΥΣ, γεροδεμένος και ασυνήθιστα ψηλός , πλησιάζει προς το μέρος του. Φορούσε ένα γελοίο sportive φούτερ. Από αυτά τα αδερφίστικα.

- Η Νέα Υόρκη δεν ανέχεται καπνιστές σαν του λόγου σου, κανείς πλέον δεν επιτρέπεται να καπνίζει. Δεν το έχεις μάθει?

Δεν είπε τίποτα. Ούτε καν σήκωσε το βλέμμα του. Τράβηξε μια γερή τζούρα και άφησε τον καπνό να αγκαλιάσει το πρόσωπο του ψηλού.

Σύννεφα άρχισαν να υψώνονται..

Ο ψηλός άξαφνης λύγισε στα δυο και ξεροβήχοντας προσπάθησε να ψελλίσει κάτι. Οι άλλοι μάγκες έσπευσαν να τον βοηθήσουν να σηκωθεί όρθιος. Με λίγη προσπάθεια ορθώθηκε ξανά το ίδιο ψηλός μα περισσότερο τρωτός και βάλθηκε να ισιώσει τις ζάρες της ηλίθιας μπλούζας.

- Νομίζεις ότι είσαι έξυπνος? Μάθε τότε τι κάνουμε εμείς στους έξυπνους σαν εσένα!, ούρλιαξε με μανία ενώ άσπροι αφροί κυλούσαν από το στόμα. Μύριζε μέντα.

Δεν κατάλαβε πολλά. Μια γρήγορη κίνηση, μια λάμψη, μια σκιά ένα σύννεφο και μια δύση. Και μετά ζαλάδα και πόνος. Αίμα έτρεχε από το πίσω μέρος του κεφαλιού του μα δεν έδινε δεκάρα. Ήξερε. Είτε τώρα , είτε αργότερα, στο κεφάλι ή στο θώρακα κάποτε θα ερχόταν. Ήταν αναπόφευκτος.

Κοίταξε την τσέπη του. Ευτυχώς το πακέτο ήταν ακόμη εκεί˙ φαίνεται οι μάγκες το είχαν ξεχάσει. Σηκώθηκε με δυσκολία και βάλθηκε να βγει στο τέλος του στενού στην αρχή της τρίτης λεωφόρου.

Το στενό τελείωνε και με ένα τσιγάρο πάντα στο στόμα πέρασε από το σκοτάδι της στοάς στο θαμπό φως της λεωφόρου. Κόσμος, αμάξια, κορναρίσματα, κρύο και πολλά φώτα. Φώτα από τα άδεια γραφεία των ουρανοξυστών, λάμψη από τις επιγραφές νέον των εστιατορίων, το ψυχρό φως των αστεριών. Το φως του τσιγάρου του.

Κάθισε στο πεζοδρόμιο, ακούμπησε την πλάτη στο τοίχο και σκούπισε το ματωμένο κεφάλι με τα γυμνά του χέρια. Έκανε πολύ κρύο. Κοίταξε τους θαμώνες του απέναντι εστιατορίου, είδε το βλέμμα τους, τα γυαλιστερά τους ρούχα, το κρασί στα κρυστάλλινα ποτήρια, την τηλεόραση που έφεγγε μόνη σε μια γυμνή γωνιά και χαμογέλασε.

Ξεφύσηξε νωχελικά την τελευταία ηλιακτίδα και έκλεισε τα μάτια…

Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2006

Ιστορίες μέσα απ' το παραβάν - Volume 1




Σήμερα σαν εξύπνησα
είχα πολύ φαγούρα
και εκεί που αναξυνόμουνα
άκουσα μια μουρμούρα.

Ήταν της μάνας μου η φωνή
η πολυαγαπημένη
πρωί πρωί με ξύπνησε
τρελάθηκε η καημένη.

Μάνα τί θες μες στα χαράματα
άσε με να λουφάξω
και τη πουτάνα τη ζωή
λίγο να απολαύσω.

Today's the day γιόκα μου
σήκω απ' το κρεβάτι
φόρα τα ρούχα τα καλά
και τρέξε να πάρεις μάτι.

Σήμερα είναι οι εκλογές
πολύ μεγάλη μέρα
και με τη ψήφο τη καλή
θα διώξεις μια και 'ξω τη λέρα.

Άσε ρε μάνα να διαβώ
του Μορφέα το 'ραίο δρόμο
και σαν έρθει η ώρα η καλή
πρώτος παρών δηλώνω.

Δεν ξέρω πώς το έκανε
μάλλον το 'χουν οι μάνες
ξάφνης εγώ εβρέθηκα
απέναντι απ'τις κάλπες.

Είχε κοσμάκη μπόλικο
φιλιά και χαιρετούρες
για δυο σταυρούς και ένα χαρτί
γινόμαστε σαβούρες.

Ευθύς ένιωσα άβολα
απόμακρος και μόνος
σε κάτι τέτοια θέματα
μικρός που 'ναι ο κόσμος.

Πήρα τα ψηφοδέλτια
τράβηξα την κουρτίνα
αιφνής αμέσως άρχισα
ένα γράφω ποίημα.

Ήτανε ποίημα καλό
με στόμφο και καμάρι
στο φάκελο βαθιά το έχωσα
κανείς μη μου το πάρει.

Περήφανος το έριξα
μέσα στην άδεια κάλπη
και ήρεμος πια κίνησα
ξανά για το κρεβάτι.

Ήτανε πράξη ώριμη
προ πολλού αποφασισμένη
αυτή 'ναι η ζωή για όλους μας
σε ένα χαρτί γραμμένη.

Για όσους σήμερα ήταν μόνοι..



I must be

One of the devil's daughters

They look at me with scorn
I'll never hear their horn
Sometimes
It's like chains
Sometimes I hang my head In shame
When people see me

They scandalize my name

I'm going down

To the devil's waters

I'm gonna drown
In that troubled water
It's coming round my soul
It's way beyond control
I must be one
I must be one
I must be

One of the devil's daughters


Αφιερωμένο σε όλα τα μοναχικά Σάββατα..

Παρασκευή, Οκτωβρίου 13, 2006

Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύμονι

Ρε παιδιά σαν πολύς ντόρος δεν έγινε τελευταία για τα κάπνισμα??
Στην Αμερική ακούω ότι σε κάποιες πολιτείες το κάπνισμα θα απαγορεύεται ακόμη και στο δρόμο!! Μάλιστα οι παραβάτες καπνιστές θα συλλαμβάνονται!
Η υπερβολή αυτή μεταφέρεται και στον κινηματογράφο όπου σπάνια βλέπουμε πλέον ταινίες στις οποίες οι πρωταγωνιστές καπνίζουν ενώ έχουν συμβει περιστατικά όπου σκήνές καπνίσματος υφέστησαν λογοκρισία.Όλα αυτά δεν είναι λίγο υπερβολικά?Δεν θίγουν το δικαίωμα στην προσωπική επιλογή του καπνιστή εφόσον δεν προσβάλλει την υγεία κάποιου άλλου εκτός από τη δική του?Το παθητικό κάπνισμα είναι όμως άλλη υπόθεση.
Πάντως σαν καπνιστής, αισθάνομαι χρέος να υποστηρίξω τους ομοϊδεάτες μου καθώς οι παλιές καλές εποχές με τσιγάρο και χέσιμο σε λίγο θα εκλείψουν.Και επειδή μια εικόνα είναι χίλιες λέξειςνα η απαντησή μας σε κάθε υστερικό αντικαπνιστή:



Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

Επίτροποι και Υπότροποι


Άκουσα ότι ο επίτροπος της ΕΕ για τις οικονομικές και νομισματικές υποθέσεις Χοακίμ Αλμούνια κατηγόρησε ευθέως την κυβέρνηση για "έλλειμα αξιοπιστίας" με αφορμή την αναθεώρηση του ΑΕΠ κατά 25%.
Συγκεκριμένα ο επίτροπος Αλμούνια αμφισβητεί την ρεαλιστικότητα των στοιχείων της αναθεώρησης και εμμέσως πλην σαφώς αμφισβητεί την ικανότητά της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας να απεικονίσει την ρεαλιστική κατάσταση των εθνικών λογαριασμών.
Σύντομα, όπως ανέφερε, θα ακολουθήσει αποστολή εμπειρογνομώνων στην Αθήνα για να διαπιστώσει την αξιοπιστία των στοιχείων καθώς και των στατιστικών μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν.

Ηθικό Δίδαγμα

Ποτέ δεν θα μας μάθει κάποιος άλλος πώς να σκουπίζουμε τον κώλο μας. Φτάνει που εμείς χεζόμαστε πάνω μας.



ΑΥΠΝΙΕΣ

Μιας και δεν κοιμάμαι είπα να ψάξω για τίποτα ποιοτικό. . Στο παρακάτω link ένα πανέμορφα μινιμαλιστικό video από Cat Power!!http://www.youtube.com/watch?v=wXWvjkX446A

Όταν χέζω νιώθω ποιητής..


Ο μεγάλος Charles Bukowki είπε κάποτε : "Καλλιτέχνης είναι αυτός που λέει ένα δύσκολο πράγμα με εύκολο τρόπο. Διανοούμενος είναι αυτός που λέει ένα εύκολο πράγμα με δύσκολο τρόπο."
Πάντα πίστευα ότι σε κάθε χώρο υπάρχουν άτομα που δρουν αθόρυβα , αφήνουν κατι για τους επόμενους χωρίς τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, άτομα που το καλλιτεχνικό τους γονίδιο δεν τους αφήνει σε ησυχία. Πάντα πίστευα σε έναν σιωπηλό underground καλλιτεχνικό πυρήνα μα αυτό δεν το είχα παρατηρήσει ποτέ.
Φοιτητές όποιοι και αν είστε, ότι και αν ψηφίζετε, όπως και να είστε, αφήστε τα βιβλία στα έδρανα, σκίστε τις σημειώσεις, σβήστε τα τσιγάρα και τρέξτε στις τουαλέτες. Πάνω από κάθε κατουρημένη λεκάνη, πίσω από κάθε μουχλιασμένη πόρτα, ή πλάι στα κωλόχαρτα βρίσκονται φράσεις συμπυκνωμένης σοφίας. Παρατηρήστε όσες περισσότερες μπορείτε, όσο αντέχετε τη βρώμα. Σίγουρα κάποια θα σας αγγίξει.
Δεν ξέρω εάν το χέσιμο ή η ποίηση είναι πιο δύσκολη πάντως την επόμενη φορά που θα πάτε για κατούρημα κοιτάχτε καλά τον διπλανό σας ή αυτόν που έκλανε επίμονα τόση ώρα στην δίπλα πόρτα. Μπορεί να είναι ο επόμενος μεγάλος ποιητής.